Νέο τεστ εντοπίζει τον καρκίνο του προστάτη



Νέο γονιδιακό τεστ φέρεται ότι είναι ικανό να εντοπίσει τους άνδρες που διατρέχουν έξι φορές πιο αυξημένο κίνδυνο εκδήλωσης καρκίνου του προστάτη. Ερευνητές εντόπισαν 63 νέες γονιδιακές μεταλλάξεις οι οποίες συνδέονται με αυτήν την κακοήθεια και τις συνδύασαν με περισσότερες από 100 εκδοχές του DNA, που ήταν ήδη γνωστό ότι συνδέονται με αυτήν, και έτσι δημιούργησαν τη νέα εξέταση. 

Το 1% των ανδρών είναι φορέας πολλών από τις επιβαρυντικές αυτές γονιδιακές παραλλαγές, γεγονός που τους τοποθετεί σε ομάδα πολύ υψηλότερου κινδύνου για καρκίνο του προστάτη σε σύγκριση με τον μέσο άνδρα, σύμφωνα με έρευνα που δόθηκε στη δημοσιότητα τη Δευτέρα. 

Αυτές οι μεταλλάξεις του DNA τείνουν να εμφανίζονται σε κύτταρα που ρυθμίζουν την επικοινωνία μεταξύ του ανοσοποιητικού συστήματος και άλλων μερών του σώματος, και ο εντοπισμός τους μπορεί να ανοίξει τον δρόμο για νέες θεραπείες, όπως επισημαίνουν οι ερευνητές του Institute of Cancer Research του Λονδίνου.

Μετρήσεις

Τώρα σχεδιάζουν να αξιολογήσουν κατά πόσο η διερεύνηση του DNA σε δείγματα σάλιου μπορεί να βοηθήσει στον εντοπισμό των ανδρών που ανήκουν στην ομάδα υψηλού κινδύνου. Προς το παρόν, οι συγκεκριμένες περιπτώσεις αναδεικνύονται μέσω αιματολογικών εξετάσεων, που μετρούν τον δείκτη του ειδικού προστατικού αντιγόνου (PSA), ο οποίος εμφανίζεται υψηλός όταν έχει εκδηλωθεί ο καρκίνος. 

Ωστόσο, τα αποτελέσματα αυτής της εξέτασης μπορεί να αλλοιωθούν από την αυστηρή άσκηση, τις ουρολοιμώξεις αλλά και συγκεκριμένα φάρμακα. 

Οι ερευνητές ανέλυσαν το DNA σχεδόν 80.000 ανδρών με καρκίνο του προστάτη και περισσότερων από 61.000 που δεν είχαν την ασθένεια. 

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι κάθε μετάλλαξη του γενετικού κώδικα από μόνη της έχει μικρή επίδραση στον κίνδυνο που διατρέχουν οι άνδρες να νοσήσουν από καρκίνο του προστάτη, ωστόσο ο συνδυασμός τους μπορεί να επιβαρύνει σημαντικά τον οργανισμό. 

«Είμαστε στο μεταίχμιο να προχωρήσουμε από τη θεωρία στην πράξη, να εξηγούμε πώς τα γονίδια επηρεάζουν τον κίνδυνο για καρκίνο του προστάτη, στο να εξετάζουμε τον γονιδιακό κίνδυνο και να επιχειρούμε την αποτροπή της ασθένειας» σχολιάζει ο καθηγητής Πολ Γουέρκμαν, επικεφαλής του ινστιτούτου που διενέργησε την έρευνα.



Source link